Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα μικρό παιδάκι που τον έλεγαν Γιαννάκη. Πάντα είχε 2 γιαγιάδες και μόνο έναν παππού γιατί, όπως του είχαν πει οι γονείς του, ο παππούς Γιάννης είχε πεθάνει πριν γεννηθεί ο Γιαννάκης από καρκίνο του πνεύμονα, μία κακιά αρρώστια που την παθαίνουν οι άνθρωποι από το τσιγάρο. Έτσι ο Γιαννάκης έμαθε από μικρός πως το κάπνισμα κάνει κακό.
Όταν ο Γιαννάκης άρχισε να μεγαλώνει, παρατήρησε πως ο μπαμπάς του κάπνιζε, και μάλιστα πολλά τσιγάρα κάθε μέρα. "Μανούλα," ρώτησε τη μητέρα του, "γιατί καπνίζει ο μπαμπάς; Δεν ξέρει πως κάνει κακό το τσιγάρο;" Η μητέρα του σκέφτηκε λίγο και του απάντησε, "Το ξέρει, Γιαννάκη." "Τότε γιατί καπνίζει;" ρώτησε με γουρλωμένα ματάκια ο Γιαννάκης, μην καταλαβαίνοντας γιατί ο μπαμπάς του έκανε κάτι κακό στον εαυτό του. "Γιατί δεν πας να τον ρωτήσεις;" του πρότεινε η μητέρα του και ο Γιαννάκης σηκώθηκε αμέσως και πήγε στον μπαμπά του. "Μπαμπά, γιατί καπνίζεις αφού κάνει κακό; Μπορεί να πεθάνεις όπως ο παππούς." του είπε ο μικρός, με τη μαγική ειλικρίνεια που διακατέχει τα μικρά παιδιά. "Γιάννη," του είπε ο πατέρας του. "Εγώ έκανα το λάθος όταν ήμουν μικρός και το ξεκίνησα. Δεν είχα κανέναν να μου πει πόσο κακό είναι. Τώρα δεν μπορώ να το σταματήσω, αν περάσουν πολλά χρόνια δε γίνεται. Εσύ όμως ξέρεις τώρα πόσο κακό είναι για να μην το κάνεις ποτέ." Ο Γιαννάκης έμεινε με ανοιχτό το στόμα για το πόσο κακό μπορεί να κάνει κάτι τόσο μικρό όσο το τσιγάρο και υποσχέθηκε στον εαυτό του να μην καπνίσει ποτέ, ειδικά αφού έβλεπε τον πατέρα του να βήχει και να φτύνει συνέχεια φλέγματα λόγω του τσιγάρου.
Τα χρόνια περνούσαν και ο Γιαννάκης πήγε σχολείο. Εκεί, στο μάθημα της βιολογίας μαθαίναν τις βλαβερές επιπτώσεις του καπνίσματος και ο φόβος του Γιαννάκη μεγάλωσε περισσότερο αφότου είδε πώς είναι οι πνεύμονες ενός καπνίζοντα σε σύγκριση αυτούς ενός φυσιολογικού ανθρώπου. Ήταν σίγουρος ότι δε θα δοκίμαζε καν, ποτέ του.
Όταν ξεκίνησε το Γυμνάσιο, ο Γιάννης είδε πως μερικοί φίλοι του ξεκίνησαν το κάπνισμα. Θέλοντας να είναι ευγενικός απλά απέρριπτε κάθε πρόταση να καπνίσει και προσπαθούσε να μην στέκεται εκεί που μαζευόταν ο καπνός, έτσι κι αλλιώς είχε μυρίσει τσιγάρο τόσα χρόνια σπίτι, δεν τον ενοχλούσε τόσο. Ήρθε όμως μια μέρα που η κοπέλα του Γιάννη, ο πρώτος του εφηβικός έρωτας, χώρισε μαζί του. Όλοι ξέρουμε πως είναι τα παιδιά, ψάχνονται, ειδικά στην αρχή της εφηβείας. Όμως ο Γιάννης το πήρε πολύ άσχημα και ήταν πεσμένος ψυχολογικά για πολλές μέρες. Ένα βράδυ λοιπόν που ήταν έξω με την παρέα του, θυμήθηκε πως τους είχε ακούσει μια μέρα να λένε: "Ωραίο πράμα το τσιγάρο, σε ηρεμεί." Αυτό που χρειαζόταν εκείνη την ώρα ο Γιάννης πάνω απ'όλα ήταν ηρεμία. "Γιώργο," είπε στον κολλητό του και άπλωσε το χέρι, "για δώσε μια τζούρα.". Ο φίλος του δίστασε για λίγο αλλά έδωσε στο Γιάννη να δοκιμάσει τσιγάρο για πρώτη φορά στη ζωή του.
Όταν ο Γιαννάκης άρχισε να μεγαλώνει, παρατήρησε πως ο μπαμπάς του κάπνιζε, και μάλιστα πολλά τσιγάρα κάθε μέρα. "Μανούλα," ρώτησε τη μητέρα του, "γιατί καπνίζει ο μπαμπάς; Δεν ξέρει πως κάνει κακό το τσιγάρο;" Η μητέρα του σκέφτηκε λίγο και του απάντησε, "Το ξέρει, Γιαννάκη." "Τότε γιατί καπνίζει;" ρώτησε με γουρλωμένα ματάκια ο Γιαννάκης, μην καταλαβαίνοντας γιατί ο μπαμπάς του έκανε κάτι κακό στον εαυτό του. "Γιατί δεν πας να τον ρωτήσεις;" του πρότεινε η μητέρα του και ο Γιαννάκης σηκώθηκε αμέσως και πήγε στον μπαμπά του. "Μπαμπά, γιατί καπνίζεις αφού κάνει κακό; Μπορεί να πεθάνεις όπως ο παππούς." του είπε ο μικρός, με τη μαγική ειλικρίνεια που διακατέχει τα μικρά παιδιά. "Γιάννη," του είπε ο πατέρας του. "Εγώ έκανα το λάθος όταν ήμουν μικρός και το ξεκίνησα. Δεν είχα κανέναν να μου πει πόσο κακό είναι. Τώρα δεν μπορώ να το σταματήσω, αν περάσουν πολλά χρόνια δε γίνεται. Εσύ όμως ξέρεις τώρα πόσο κακό είναι για να μην το κάνεις ποτέ." Ο Γιαννάκης έμεινε με ανοιχτό το στόμα για το πόσο κακό μπορεί να κάνει κάτι τόσο μικρό όσο το τσιγάρο και υποσχέθηκε στον εαυτό του να μην καπνίσει ποτέ, ειδικά αφού έβλεπε τον πατέρα του να βήχει και να φτύνει συνέχεια φλέγματα λόγω του τσιγάρου.
Τα χρόνια περνούσαν και ο Γιαννάκης πήγε σχολείο. Εκεί, στο μάθημα της βιολογίας μαθαίναν τις βλαβερές επιπτώσεις του καπνίσματος και ο φόβος του Γιαννάκη μεγάλωσε περισσότερο αφότου είδε πώς είναι οι πνεύμονες ενός καπνίζοντα σε σύγκριση αυτούς ενός φυσιολογικού ανθρώπου. Ήταν σίγουρος ότι δε θα δοκίμαζε καν, ποτέ του.
Όταν ξεκίνησε το Γυμνάσιο, ο Γιάννης είδε πως μερικοί φίλοι του ξεκίνησαν το κάπνισμα. Θέλοντας να είναι ευγενικός απλά απέρριπτε κάθε πρόταση να καπνίσει και προσπαθούσε να μην στέκεται εκεί που μαζευόταν ο καπνός, έτσι κι αλλιώς είχε μυρίσει τσιγάρο τόσα χρόνια σπίτι, δεν τον ενοχλούσε τόσο. Ήρθε όμως μια μέρα που η κοπέλα του Γιάννη, ο πρώτος του εφηβικός έρωτας, χώρισε μαζί του. Όλοι ξέρουμε πως είναι τα παιδιά, ψάχνονται, ειδικά στην αρχή της εφηβείας. Όμως ο Γιάννης το πήρε πολύ άσχημα και ήταν πεσμένος ψυχολογικά για πολλές μέρες. Ένα βράδυ λοιπόν που ήταν έξω με την παρέα του, θυμήθηκε πως τους είχε ακούσει μια μέρα να λένε: "Ωραίο πράμα το τσιγάρο, σε ηρεμεί." Αυτό που χρειαζόταν εκείνη την ώρα ο Γιάννης πάνω απ'όλα ήταν ηρεμία. "Γιώργο," είπε στον κολλητό του και άπλωσε το χέρι, "για δώσε μια τζούρα.". Ο φίλος του δίστασε για λίγο αλλά έδωσε στο Γιάννη να δοκιμάσει τσιγάρο για πρώτη φορά στη ζωή του.
Ήταν...απλό, εύκολο, σχεδόν όσο φυσικό όσο να αναπνέει. Είχε ακούσει πως την πρώτη φορά σε πειράζει και βήχεις αλλά μάλλον το παθητικό κάπνισμα σπίτι τον είχε ήδη προετοιμάσει. Ο Γιάννης ξαναέδωσε το τσιγάρο στο φίλο του. "Ευχαριστώ," είπε, "το χρειαζόμουν. Το τσιγάρο του είχε αφήσει μια πικρή γεύση στο στόμα όμως είχε κάνει τη δουλειά του. Ο Γιάννης ένιωθε ήδη λίγο καλύτερα. Δεν έπρεπε όμως να ξανακάνει άλλο τσιγάρο, η υγεία ήταν πιο σημαντική.
Στην πορεία του στο λύκειο, έτυχαν κι άλλες αναποδιές ή εμφανίστηκαν περιπτώσεις που φίλοι του χρειάζονταν έναν φίλο για ένα τσιγάρο συμπαράστασης και παρηγοριάς. Ο Γιάννης ενέδωσε αρκετές φορές ακόμα, χωρίς όμως να γίνει μόνιμος καπνιστής, ήταν σίγουρος πως μπορούσε να το ελέγξει.
Ένα βράδυ, η κοπέλα με την οποία διατηρούσε σχέση για μερικά χρόνια και σκεφτόταν να σοβαρέψει την όλη υπόθεση μαζί της, τον πήρε τηλέφωνο και του είπε πως θέλει να τελειώσουν. Είχε γνωρίσει κάποιον άλλο και πίστευε πως θα της έκανε καλό αν δοκιμάσει κάτι καινούριο. ο Γιάννης πάντα είχε ένα πακέτο τσιγάρα στο συρτάρι δίπλα στο κρεβάτι του, αλλά κάπνιζε πολύ σπάνια, σε ειδικές περιστάσεις. Εκείνο το βράδυ ο Γιάννης κάπνισε 2 τέτοια πακέτα τσιγάρα.
Σήμερα, ο Γιάννης περιμένει τα αποτελέσματα των εξετάσεών του, καθώς τελευταία ένιωθε πόνους στο στήθος και την καρδιά. Όταν ο γιατρός τον ρώτησε αν καπνίζει και απάντησε 'ναι' έλαβε ως απάντηση μόνο έναν αναστεναγμό.
Τώρα, ο Γιάννης είναι στο νεκροταφείο της πόλης όπου έμενε μικρός, δίπλα σε έναν συγκεκριμένο τάφο. Καπνίζει ένα τσιγάρο και όπως το κρατάει ανάμεσα στα δάχτυλά του ψιθυρίζει: "Μακάρι να σε είχα ακούσει, μπαμπά. Μακάρι να ήξερες κι εσύ."
Στην πορεία του στο λύκειο, έτυχαν κι άλλες αναποδιές ή εμφανίστηκαν περιπτώσεις που φίλοι του χρειάζονταν έναν φίλο για ένα τσιγάρο συμπαράστασης και παρηγοριάς. Ο Γιάννης ενέδωσε αρκετές φορές ακόμα, χωρίς όμως να γίνει μόνιμος καπνιστής, ήταν σίγουρος πως μπορούσε να το ελέγξει.
Ένα βράδυ, η κοπέλα με την οποία διατηρούσε σχέση για μερικά χρόνια και σκεφτόταν να σοβαρέψει την όλη υπόθεση μαζί της, τον πήρε τηλέφωνο και του είπε πως θέλει να τελειώσουν. Είχε γνωρίσει κάποιον άλλο και πίστευε πως θα της έκανε καλό αν δοκιμάσει κάτι καινούριο. ο Γιάννης πάντα είχε ένα πακέτο τσιγάρα στο συρτάρι δίπλα στο κρεβάτι του, αλλά κάπνιζε πολύ σπάνια, σε ειδικές περιστάσεις. Εκείνο το βράδυ ο Γιάννης κάπνισε 2 τέτοια πακέτα τσιγάρα.
Σήμερα, ο Γιάννης περιμένει τα αποτελέσματα των εξετάσεών του, καθώς τελευταία ένιωθε πόνους στο στήθος και την καρδιά. Όταν ο γιατρός τον ρώτησε αν καπνίζει και απάντησε 'ναι' έλαβε ως απάντηση μόνο έναν αναστεναγμό.
Τώρα, ο Γιάννης είναι στο νεκροταφείο της πόλης όπου έμενε μικρός, δίπλα σε έναν συγκεκριμένο τάφο. Καπνίζει ένα τσιγάρο και όπως το κρατάει ανάμεσα στα δάχτυλά του ψιθυρίζει: "Μακάρι να σε είχα ακούσει, μπαμπά. Μακάρι να ήξερες κι εσύ."
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου